Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31 Μαρτίου 2014

ΟΙ ΨΕΥΤΕΣ-ΠΑΡΑΜΥΘΙ

ΟΙ ΨΕΥΤΕΣ-ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ήταν μια φορά τρεις φίλοι.Οι δυο ήταν ψεύτες ενώ ο τρίτος δεν ήξερε να λέει καθόλου ψέματα..Ξεκίνησαν να κάνουν ένα μακρινό ταξίδι.Αφού περπάτησαν μια ολάκερη μέρα , νύχτωσε και ήταν πεινασμένοι και κουρασμένοι. Όμως δεν είχαν λεφτά ούτε για να φάνε ούτε για να πάνε σε κανένα χάνι για να κοιμηθούν. Εκεί που κάθονταν και σκέφτονταν τι θα κάνουν λέει ο ένας από τους ψεύτες:
- 'Εχω μια ιδέα για να βρούμε κρασί!
- Κι εγώ λέει ο δεύτερος για να φάμε ψάρι!

Ξεκινάνε λοιπόν και πάνε στο πρώτο χάνι που βρίσκουν στο δρόμο τους. Μπαίνει μέσα ο πρώτος και λέει στον ξενοδόχο;
- Ετοίμασέ μου ένα μεγάλο ψάρι γιατί θα έρθουμε κάμποσοι για φαγητό!
Κι όταν ο ταβερνιάρης άρχισε να το ετοιμάζει έκλεισε κι ένα δωμάτιο για να κοιμηθούν το βράδυ και ανέβηκε πάνω.
Σ΄εκείνη την περιοχή  υπήρχαν πολλά αμπέλια και πολλοί έβγαζαν κρασί.
Έτσι , ο δεύτερος ψεύτης , έβαλε σε μια νταμιτζάνα δύο οκάδες νερό και άρχισε να γυρνά στα σπίτια και να ρωτά τους νυκοκυραίους:
-Πουλάτε κρασί;
-Ναι, του απαντά ο νυκοκύρης.
-Βάλε μου δύο οκάδες,είπε ο ψεύτης.
Ο νοικοκύρης του βάζει δύο οκάδες κρασί το οποίο ανακατεύτηκε με το νερό που είχε μέσα η νταμιτζάνα και νέρωσε.Το δοκιμάζει τότε ο ψεύτης και λέει:
-Τι άσχημο κρασί!Χάλασε και το δικό μου που είχα μέσα!
Δίνει και στο νοικοκύρη να δοκιμάσει.Και πραγματικά κι εκείνος λέει ότι το κρασί δεν είναι καλό.Και χωρίς να πληρώσει φεύγει και πάει στο παρακάτω σπίτι.Χτυπά την πόρτα και ξανακάνει τα ίδια. Για να μην τα πολυλογώ , ακολούθησε την ίδια διαδικασία κάμποσες φορές μέχρι που το κρασί μέσα στην νταμιτζάνα έγινε καλό. Παίρνει λοιπόν τη γεμάτη νταμιτζάνα και γυρνά στο πανδοχείο ποι τον περίμεναν οι άλλοι δύο. Ο ξενοδόχος στο μεταξύ είχε καλοψήσει το ψάρι , έκατσαν , έφαγαν κα ήπιαν και τους περίσσεψε και ψάρι , το οποίο το τυλίξανε μέσα σε ένα χαρτί και το πήρανε μαζί υους για να το φάνε αργότερα.
-Και ποιος θα το φάει; ρωτάει αυτός που δεν ήξερει να λέει ψέματα.
-Αυτός που θα δει το πιο περίεργο όνειρο , του απαντάει ο πρώτος ψεύτης.
Με αυτά και με τα άλλα , νυστάξανε και ανεβήκανε στο πάνω δωμάτιο και κοιμηθήκανε μια χαρά όλη τη νύχτα.
Όταν ξημέρωσε , λέει ο ξενοδόχος στο βοηθό του:
-Άντε πάνω νε σε πληρώσουν γιατί σε λίγο θα φύγουν.
Ανεβαίνει αυτός πάνω και τους δίνει το λογαριασμό. Οι τρεις τους είχαν συνεννοηθεί από πριν και άρχισαν και καλά να μαλώνουν για το ποιος θα πληρώσει το λογαριασμό.
-Εγώ θα τον πληρώσω! έλεγε ο πρώτος.
-Όχι εγώ! έλεγε ο δεύτερος.
Ούτε να το σκέφτεστε! Εγώ θα πληρώσω! έλεγε ο τρίτος.
Σε μια στιγμή , γυρνάει ο ένας και λέει:
-Το βρήκα! Θα δέσουμε τα μάτια του βοηθού του ξενοδόχου και όποιον από εμάς πιάσει , αυτός θα πληρώσει το λογαριασμό!
Έτσι, του δέσανε τα μάτια και όπως καταλάβατε ,βγήκαν σιγά σιγά από το δωμάτιο , χαιρέτησαν και τον ξενοδόχο και έφυγαν σαν κύριοι!
Ανεβαίνει ο ξενοδόχος στο δωμάτιο για να δει τι κάνει ο βοηθός του και όταν καταλάβανε ότι είχαν φύγει χωρίς να πληρώσουν έβαλαν τις φωνές αλλά ήταν πια αργά! Οι τρεις φίλοι ήταν ήδη μακριά!
Όταν κόντευε να μεσημεριάσει, έκατσαν κάτω από έναν ίσκιο και ξεκίνησαν να λένε τα όνειρά τους
για να δουν ποιος θα έτρωγε το ψάρι που είχε περισσέψει.
-Εγώ,λέει ο πρώτος , είδα πως ανοίξανε τα ουράνια και βγήκε μια χρυσή σκάλα και ανεβοκατέβαιναν άγγελοι λουσμένοι στο φως! Και πήρανε κι εμένα μαζί τους!Κι εσείς με κοιτάζατε που ανέβαινα στον ουρανό και με ρωτούσατε ¨Το ψάρι;Τι θα κάνουμε με το ψάρι;" κι εγώ σας απαντούσα " Χάρισμά σας το ψάρι¨.
Οι άλλοι δύο θαύμασαν το όνειρο και μετά πήρε το λόγο ο δεύτερος.
-Εγώ , λέει ο δεύτερος , είδα ότι άνοιξε ο Άδης και βγήκαν από μέσα άγγελοι ντυμένοι στα χρυσά. Και είδα πράματα και θάματα που δεν μπορεί ανθρώπου στόμα να τα περιγράψει! Κι οι άγγελοι με πήρανε μαζί τους  κι εσείς με ρωτούσατε ¨Το ψάρι;Τι θα γίνει με το ψάρι;¨ κι εγώ  σας απαντούσα ¨Χάρισμά σας το ψάρι¨.
Ο τρίτος έκαμε το σταυρό του και είπε:
-Δοξασμένο το όνομα του κυρίου!Εγώ όλο το βράδυ έβλεπα τον ένα να ανεβαίνει στον ουρανό και να λέει "χάρισμά σας το ψάρι ¨τον άλλο να κατεβαίνει μέσα στη γη και να λέει ¨χάρισμά σας το ψάρι ¨ε . σηκώθηκαι κι εγώ και το έφαγα όλο!
-Έφαγες το ψάρι; ρώτησαν θυμωμένοι οι άλλοι δύο.
-Όχι που θα σας άφηνα με τα ψέματά σας να με γελάσετε , τους απάντησε αυτός.
Οι δύο ψεύτες θαύμασαν την εξυπνάδα του και γέλασαν με την καρδιά τους! Εκείνη τη νύχτα έμειναν νηστικοί , αλλά κατάλαβαν ότι τον έξυπνο άνθρωπο , δεν μπορεί κανένας να τον γελάσει με ψευτιές!

ΠΗΓΗ:http://www.matia.gr/5/kids.html


14 Ιανουαρίου 2014

Ο ΚΟΡΑΚΑΣ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ

Η αλεπού και ο κόρακας

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας κόρακας. Μια μέρα ο κόρακας βρήκε ένα κομμάτι τυρί, το άρπαξε και κάθισε στο κλαδί μιας ελιάς να το φάει με την ησυχία του.

Εκείνη τη στιγμή έτυχε να περνάει κάτω από το δέντρο μια πονηρή και πεινασμένη αλεπού. Μόλις είδε το τυρί στο στόμα του κόρακα άρχισαν να της τρέχουν τα σάλια. Και αφού δεν
μπορούσε να σκαρφαλώσει στο δέντρο για να κλέψει το τυρί από το στόμα  του κόρακα, άρχισε να σκέφτεται με ποια πονηριά θα ξεγελάσει τον κόρακα για να του πάρει το τυρί.
Αφού σκέφτηκε καλά-καλά, είπε:
- Ω, κόρακα τι όμορφο πουλί που είσαι! Το φτέρωμά σου είναι κατάμαυρο και λάμπει, τα πόδια σου είναι λεπτά και όμορφα και τα νύχια σου μοιάζουν με μαργαριτάρια. Τα μάτια σου είναι τα πιο όμορφα και τα πιο έξυπνα και το ράμφος σου θα το ζήλευαν όλα τα πουλιά!

Ο κόρακας, που ήταν κουτός, μόλις τα άκουσε αυτά άρχισε να καμαρώνει πάνω στο κλαδί όλος
περηφάνια και χαρά.
 Η αλεπού συνέχισε να λέει:
- Με τόση ομορφιά και εξυπνάδα που έχεις θα έπρεπε να είσαι ο βασιλιάς όλων των πουλιών. Αχ, πόσο θα ήθελα να ακούσω την φωνή σου! Είμαι σίγουρη ότι θα είναι πιο γλυκιά και από του αηδονιού!

Ο κόρακας με όλα αυτά που άκουγε πήρε μεγάλη χαρά και μια και δυο ανοίγει το ράμφος του να τραγουδήσει:
- Κρα, κρα, κρα…
 Μόλις όμως άνοιξε το ράμφος του, το τυρί έπεσε κάτω και η πονηρή αλεπού άνοιξε το στόμα της και το έκανε μια χαψιά! Γύρισε τότε και είπε στον κόρακα:
- Κουτέ κόρακα σταμάτα πια με την αγριοφωνάρα σου. Αν είχες μυαλό τώρα θα ήσουν εσύ χορτάτος και εγώ νηστική, αλλά εγώ σε κορόιδεψα και σου έφαγα το τυρί. Γειά σου τώρα και άλλη φορά να προσέχεις περισσότερο αυτούς που σε κολακεύουν γιατί μπορεί να σε ξανακοροϊδέψουν!
Πηγή: http://www.paixnidokouto.gr/

Και η ζωγραφιά μας για το παραμύθι που διαβάσαμε:

25 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΞΕ - ΤΖΙΑΝΙ ΡΟΝΤΑΡΙ

Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΞΕ

Ο Τζοβάνι ο Χασομέρης ήταν σπουδαίος ταξιδευτής. Σε κάποιο από τα πολλά ταξίδια του, έτυχε να βρεθεί στη χώρα του "ξε".
   - Μα τι σόι χώρα είναι αυτή; ρώτησε έναν ντόπιο, που δροσιζόταν κάτω από ένα δέντρο.
   Ο ντόπιος αντί γι' απάντηση, έβγαλε από την τσέπη του ένα ξυράφι και το έδειξε στο μικρό Τζοβάνι, ανοίγοντάς το διάπλατα στην παλάμη του χεριού του.
   - Το βλέπετε αυτό;
   - Είναι ένα ξυράφι.
   - Λάθος. Είναι ένα "ξεξυράφι", δηλαδή ένα ξυράφι με το "ξε" μπροστά. Χρησιμεύει στο να κάνει τα μολύβια να φυτρώνουν πάλι, όταν έχουν ξυστεί πολύ, και είναι πολύ χρήσιμο στα σχολεία. 
   - Υπέροχο, είπε ο Τζοβάνι. Και μετά;
   - Μετά έχουμε την "ξεκρεμάστρα".
   - Την κρεμάστρα, θέλετε να πείτε.
   - Η κρεμάστρα χρησιμεύει  σε πολύ λίγα πράγματα, αν δεν έχετε παλτό να κρεμάσετε πάνω της. Με την "ξεκρεμάστρα" μας, όμως, όλα είναι εντελώς διαφορετικά. Μ' αυτή δε χρειάζεται να κρεμάς τίποτα, γιατί ό,τι χρειάζεται είναι ήδη κρεμασμένο. Αν θέλετε παλτό, πάτε και το ξεκρεμάτε. Όποιος έχει ανάγκη από σακάκι, δε χρειάζεται να πάει να το αγοράσει: περνάει από την ξεκρεμάστρα και το ξεκρεμάει. Έχουμε ξεκρεμάστρα για τα καλοκαιρινά και για τα χειμωνιάτικα, για αντρικά και για γυναικεία ρούχα. Έτσι κάνουμε οιονομία.
   - Τέλεια. Κι έπειτα;
   - Έπειτα έχουμε την "ξεφωτογραφική μας " μηχανή, που αντί να βγάζει φωτογραφίες , βγάζει γελοιογραφίες, κι έτσι γελάμε πολύ. Και έχουμε,  βέβαια, και το "ξεκανόνι".
   - Ουοουου, φοβάμαι.
   - Μη φοβάστε καθόλου. Το "ξεκανόνι" είναι το αντίθετο του κανονιού, και χρησιμεύει στο να ξεκάνει τον πόλεμο.
   - Και πώς λειτουργεί;
   - Πανεύκολο. Μπορεί κι ένα παιδάκι να το χειριστεί. Αν γίνει πόλεμος, σφυρίζουμε με την "ξεσάλπιγγα", ρίχνουμε μία  βολή με το "ξεκανόνι" κι αμέσως ο πόλεμος σταματάει.
   Είναι θαυμάσια αυτή η Χώρα του "ξε".

24 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΣΙ

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΣΙ

Μια φορά κι έναν καιρό, ο θεός Διόνυσος φιλοξενήθηκε από το βασιλιά της Αιτωλίας, Οινέα. Ευχαριστήθηκε πολύ από τη φιλοξενία του και για ανταπόδοση θέλησε να του κάνει ένα δώρο.

Πήρε ένα μικρό και τρυφερό κλίμα αμπελιού και τύλιξε τις ρίζες του με λάσπη για να μην ξεραθεί. Αφού βρήκε ένα μικρό κούφιο κόκαλο αηδονιού το έβαλε μέσα και ξεκίνησε .
Ο δρόμος όμως ήταν μακρινός και το αμπέλι ολοένα μεγάλωνε . Ο Διόνυσος τότε βρήκε ένα μεγαλύτερο κόκαλο λιονταριού και το έβαλε μέσα. Περπάτησε πάλι πολύ και είδε πως το αμπέλι μεγάλωσε πάλι τόσο, που πετάχτηκε έξω από τη θήκη του.Έψαξε λοιπόν και βρήκε ένα κόκαλο γουρουνιού και έβαλε το αμπέλι μέσα.
Ώσπου έφτασε κάποτε στην Αιτωλία. Ο Οινέας πήρε με χαρά το δώρο του και το φύτεψε. Αυτό μεγάλωσε και κάρπησε και έδωσε καρπούς ωραία και ζουμερά σταφύλια. Ο Οινέας έφαγε μερικά και άλλα τα έστιψε και τα έκανε μούστο. Είδε με περιέργεια ότι ο μούστος ζυμώθηκε και έγινε κρασί.
Το κρασί όμως πήρε και τις χάρες και τα ανάποδα από τα ζώα που με τα κόκαλά τους το μεγάλωσαν. Έτσι όποιος πιει λίγο κρασί , νιώθει σαν πουλί και κελαηδεί.
Όποιος όμως πιει περισσότερο , θεριεύει και γίνεται σα λιοντάρι και ζητά καυγάδες. Κι αν πιει ακόμα πιο πολύ , γίνεται σαν το τετράποδο που μες το κόκαλό του ο Διόνυσος το έβαλε τελευταίο…

20 Μαΐου 2013

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΟ

ΝΙΓΗΡΙΑΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΟ
Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που όλα πάνω στη γη ήταν αλλιώτικα, ο ήλιος και το νερό ζούσαν μαζί κι έκαναν παρέα. Ο ήλιος πήγαινε συχνά επίσκεψη στο νερό, μα το νερό ποτέ δεν τον είχε επισκεφτεί.
     -"Γιατί δεν έρχεσαι και συ στο παλάτι μου;" ρώτησε μια μέρα ο ήλιος το νερό.
     -"Δεν μπορώ, ήλιε μου", απάντησε το νερό.
     "Γιατί, αν έρθω, πρέπει να φέρω μαζί μου όλους τους συγγενείς μου".
     -"Και γι' αυτό, καλό μου νερό, ανησυχείς;" είπε ο ήλιος.
     "Το παλάτι μου είναι μεγάλο. Έχει χώρο για όλους σας. Ελάτε και μη νοιάζεστε καθόλου", είπε αποφασιστικά ο ήλιος.

     Έτσι, το νερό μάζεψε όλους τους συγγενείς του και κίνησαν για το λαμπρό παλάτι του ήλιου. Ήταν το νερό της θάλασσας, το νερό των ποταμών, το νερό των πηγών και των λιμνών, ήταν οι βροχές, οι θύελλες κι οι καταιγίδες, ήταν και τι δεν ήταν...
     Όταν έφτασαν στο παλάτι του ήλιου, εκείνος κατέβηκε να τους υποδεχτεί.
     -"Καλώς τους", πρόφτασε να πει, μα πριν αποσώσει τα λόγια του, το νερό χύθηκε μέσα στο παλάτι και πλημμύρισε τα πρώτα πατώματα.

     Ο ήλιος, ξαφνιασμένος, έτρεξε κι ανέβηκε στα τελευταία πατώματα, μα σε λίγο, έβλεπε, με τρόμο, το νερό να γεμίζει το παλάτι του.
     -"Σου το είπα πως είμαστε πολλοί", του είπε το νερό, καθώς έβλεπε τον ήλιο να χλομιάζει όλο και περισσότερο.
     "Τώρα όμως, δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω".
     Ο ήλιος έβλεπε το νερό να προχωρά και σιγά σιγά να ανεβαίνει και να γεμίζει και τα υπόλοιπα πατώματα του παλατιού. Αναγκάστηκε να ανέβει στη στέγη. Το νερό όμως, στα γρήγορα, σκέπασε και τη στέγη. Τότε ο ήλιος κάνει έναν πήδο και φράααπ, ανεβαίνει στον ουρανό.
     Από τότε, άρχισε να μένει εκεί. Κι εκεί είναι ακόμα μέχρι και σήμερα.
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...